Το χαιρέτημα του Αγγέλου

(Domenicano Tondi)

 

Εκείνες τες ημέρες, όρισε ο Θεός τον Άγγελον Γαβριέλην είς χώραν της Γαλιλαίας ονοματιμμένην Νάζαρεθ, εις έναν κοράσιν στεφανωμένον με άνδρα που ονοματίζατο Γιουσσέοης, από το σπίτι του Δαβείδ και τόνομα του κορασίου Μαρία.

Και εμβαίννοντα, ο Άγγελος της είπε: "Σε χαιρετώ, χαριτωμένη, ο Θεός μ εσένα ˙ ευλογημενη εσού εις τες γυναίκες". Σαν ήκουσε, εφβήσαν η Μαρία διά την ομιλίαν του, και διαλογίζατο τι χαιρέτημα ήσαν εκείνο.

Και ο Άγγελος της είπε: μη φοβησθής, Μαρία ˙ ηύρηκες χάρην εμβρός τον Θεόν ˙ να, θέλει πλάσειν η κοιλία σου και θέλεις γεννήσειν παιδίν, που να του βάλης όνομα Ιεσού. Τούτο το παιδίν θέλει γετθείν μέγαν, και θέλει έρθειν φωναμμένον παιδίν του παναψηλού. Και ο κύριος ο Θεός του θέλει χαρίσειν τον θρόνον του Δαβείδ του κϋρού του και θέλει βασιλεύσειν εις το σπίτιν του Ιακόβου διά πάντα, και η βασιλεία του εν θέλει έχειν τέρμινον".

Είπε η Μαρία είς τον Άγγελον: "πως σώζει γετθείν τούτο, που εβώ εν εγνωρίζω άνδρα;"

Και ο Άγγελος απάντησε και της είπε: Άγιον Νόημα θέλει έρθειν απάνου σου, και η δύναμη του παναψηλού σε θέλει σκιοπάσειν. Διά τούτο, το άγιον που θέλει γεννηθείν από σένα, θέλει φωνασθείν παιδίν θεού.

Και ιδέ ˙ η εξαδελφή σου Ελεισαβέττα έμεινε έτοιμη εις τα γεράματά της, και στέκει εις τους έξε μήνους, εκείνη που έρχεται φωναμμένη ξερή.

Διατί τίποτε αδύνατον έχει εμβρός τον Θεόν".

Και η Μαρία είπε: "να η δούλα του Θεού ˙ ως γετθή εις εμένα όπως είπαν τα λόγια σου".

 

*****