Οι Γρήκοι

 

 

Από την εποχή που ήμουν μαθητής λυκείου συχνά διερωτόμουν γιατί εμείς οι Ελληνόφωνοι του Σαλέντου λεγόμαστε Γρήκοι και όχι Έλληνες. Ακόμα και σήμερα, αν κάπιοις μας ρωτήσει ποίοι είμαστε, απαντάμε ησυχά στην δική μας γλώσσα: "Είμεστα Γρήκοι", δηλαδή "Είμαστε Γρήκοι", δεν λέμε ότι είμαστε Έλληνες.

Ακόμα και στο Syllabus Graecarum Membranarum ("Σύλλογη Ελληνίκων Περγαμήνων") του

F. Trinchera (Napoli, 1865), που συνκεντρώνει τις περγαμήνες γραμμένες στην ελληνική γλώσσα του Μεσαίωνα, αναφέρεται συχνά η λέξη Γρήκος για να δείξει τους άνθρωπους που μιλούν την ελληνοσαλεντινή γλώσσα ή την ελληνοκαλαβρεσική γλώσσα.

Επίσης από τα πρώτα μου ταξίδια στην Ελλάδα παρατήτησα οτι στους Έλληνες δεν αρέσει να λέγονται Greci γιατί θεωρούν αυτή την ονομασία, αναφερομένη σε μορφές λίγο διαφορετικές σε όλες τις ευρςπαϊκες γλώσσες, ότι έχει σημασία ακόμα και έφθασαν στην Έλλαδα σε διαδόχικες εποχές.

Στην ιστορική εποχή οι Έλληνες, με το πέρασμα των αιώνων, έχουν συχνά αλλάξει ονομασία. Στα ομήρικα ποιήματα λέγονται γενικά Αχαίοι, αλλά διαχωρίζονται σε Ιώνες, Δώριεις και Αιολείς, ονόματα που δειχνούν λαούς αχαίκου εθνούς που έφθασαν στην Ελλάδα σε διαδόχικες εποχές.

Στην ιστορική εποχή αυτοί οι λάοι ονομάστηκαν Έλληνες. Μετά την πτώση του Δυτικού Ρώμαϊκού Κράτους ονομάστηκαν Ρωμίοι και διατήρησαν αυτή την ονομασία μέχρι την ‘Εθνική, Αντιτουρκική Επανάσταση του 1821. Όταν όμως συγκροτήθηκαν σε ανεξάρτητο κράτος, ξαναπήραν επίσημα το όνομα Έλληνες. Η ονομασία που δώθηκε στο νέο κράτος ήταν Βάσιλειο των Ελλήνων. Πάρα όλα αυτά ακόμα και σήμερα οι λέξεις Ρώμιος και Ρωμιοσύνη χρησιμοποιούνται για να δείξουν τη συνέχεια και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού εθνούς. Όχι τυχαία ένα τραγούδι του Θεωδωράκη, αφιερωμένο στην εθνική αντιφασιστική και αντιναζιστική αντίσταση, έχει τίτλο “Ρωμιοσύνη”.

Τότε, λοιπόν, πως γεννήθηκε και διαδόθηκε το όνομα Greci, που στους Έλληνες δεν αρέσει καθόλου;

Έχω την εντύπωση ότι εμείς οι Γρήκοι της Κάτο Ιταλίας φέρουμε κάποια ευθύνη σε αυτό το γέγονος. Θυμάμαι, όταν ήμουν μαθητής Λύκειου, το βιβλίο της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας εξήγουσε ότι οι Ρωμαίοι, που αποβιβάστηκαν πρώτη φορά στην Ήπειρο, συνάντησαν άτομα μίας τοπικής φύλης, τα όποια έλεγαν ότι λέγονται Greci. Αυτό το όνομα υιοθετήθηκε από τους Ρωμαίους και διαδότηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες.

Εγώ, όμως, διερωτήθηκα: "Ήταν ανάγκη να πάνε οι Ρώμαιοι στην Ελλάδα για να συναντήσουν Γραίκους;”

Στην ιστορική εποχή, αρχίζοντας από τον 8. Αιώνα π. Χ., οι Έλληνες είχαν ίδρυσει πάρα πολλές πόλεις στις άκτες του Ιονίου και του Τυρρηνικού πέλαγους, μεγάλες και προοδευμένες οπως το Τάραντο και τις Συρακούσες, οι όποιες στην καλύτερη εποχή τους είχαν πάνω από ένα εκατομμύριο κατοικούς. ‘Υπηρχαν τόσες ελληνικές πόλεις που δικαιολογούσαν την ονομασία Μεγάλη Ελλάδα που δοθηκε στην Κάτω Ιταλία. Δεν είναι θέμα αυτής της ώρας να μιλήσουμε γενικά για τη Μεγάλη Ελλάδα. Γι’ αυτό το θέμα έχουν γραφτει χιαλιάδες τόμοι και ακόμα σήμερα επιστήμονες και ερεύνιτες, ιστοριόγραφοι, αρχαιόλογοι, κριτικοί λογοτεχνίας όλων των πανεπιστήμιων του κοσμου συγκεντρώνονται κάθε χρόνο στον Τάραντο για να αναφέρουν τα αποτελέσματα ερεύνων και βαθύτερης μελετής της Μεγάλης Ελλάδας.

Γυρίζοντας όμως στο θέμα μας, οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας ονομάζονταν Έλληνες, ήταν οργανωμένοι σε πόλεις-κράτος, έκαναν συχνά πολεμούς μεταξύ τους,όπως έκαναν στην Ελλάδα, όταν συγκρούονταν τα συμφέροντά τους. Δεν είχαν ξεχάσει την καταγωγή τους, Ιονική, Δωρεική και Αιολική, και συμμετείχαν, όπως όλοι οι Έλληνες στους Ολυμπιακούς Αγώνες, τελουμένου κυρίως για να τονίσουν την κοινή καταγωγή και τον πολιτισμό των Ελλήνων.

Λοιπόν, πως γεννήθηκε αυτό το ευλογημένο όνομα Graeci;

Εκτός από την ιστορία, νόμιζω ότι πρέπει να ανατρέξουμε στην πρωιστορία και να ψάξουμε να βρουμε κάποιο φως και από τις έρευνες και από τις πιο αρχαίες ιστορικές πήγες.

Πρόσφατα, κατά το τέλος Οκτωβρίου του 1998, είχα την τύχη να συμμετέχω σε συνέδριο οργανωμένο από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο της Κέρκυρας που είχε θέμα: “Η Ελληνική Παρουσία στην Νότο Ιταλία και στην Συκελία”. Επί τρείς μέρες, 29, 30 και 31 Οκτωβρίου, καθηγητές των Ελληνικών Πανεπίστημιων και πολλών Ιταλικών αναφέρθηκαν στις αρχαιολογικές έρευνες και σε κριτικές μελετές αναφερομένες σε συγγράφεις της Μεγάλης Ελλάδας.

Εγώ προσκλήθηκα (μη γελάτε!) σαν ζωντανό αρχαιολογικό και γλώσσικό εύρημα για να αναφέρθω στην ελληνοσαλεντινή λογοτεχνία σε γλώσσα γκρίκα, ένα θέμα πιο γνωστό στους γλωσσολόγους παρά στους αρχαιολόγους και στους μελετήτες της αρχαίας ελληνικής.

Με μεγάλη μου έκπληξη, μετά την διαδικασ'ια της ενάρξης των εργασίων, οι δυο πρώτοι ομιλήτες, ο καθηγητής Κ. Μαζαράκης του Πανεπιστήμιου της Κέρκυρας και ο Gianfranco Maddoli, καθηγητής Πανεπιστήμιου και δήμαρχος της Perugia, αναφέρθηκαν, αν και από διαφορετικές πλεύρες, σε αυτό το θέμα που είναι πολύ αγαπητό σε μένα: δηλαδή η καταγωγή του ονόματος Graeci και Graecia και κατά συνέπεια, τουλάχιστον κατά την γνώμη μου, στην καταγωγή του ονόματος Γρήκοι, που φέρουμε εμείς οι Ελληνόφωνοι του Σαλέντου από τα βάθη των αιώνων.

Αληθώς, ο καθηγητής Μαζαράκης αναφέρθηκε στις ανασκάφες που έκαμε στη Σκάλα Ορόπου (ένα μικρό λίμανι απέναντι από τη νότια πλεύρα της Ευβοίας, ταυτισμένο με την παναρχαία Γραία, αναφερομένη από τον Όμηρο), ενίσχυσε αθτή την άποψη με αναφορές που πήρε από τον Θουκύδιδη, τον Αριστότελη, τον Στραβόνα και τον Στέφανο Βυζαντινό. Συνδέοντας το ιστορικό δεδομένο ότι οι πρώτοι Έλληνες που εγκατάστηκαν στην Κύμη της Ιταλίας ήταν κατοικοί αυτής της περιοχής και έφεραν το όνομα Γραίους, έβγαλε το συμπέρασμα ότι από αυτούς οι Ρωμαίοι γνώρισαν το όνομα Graeci.

Ο καθηγητής Maddoli, αντίθετος, εξετάζοντας το εύρη θέμα των σχέσεων μεταξύ Ελληνών και δυτικής Μεσόγειου κατά την πρωιστορική περίοδο, σε μικρή περίληψη που δόθηκε στους συνέδρους έθεσε το ερώτημα: "Γιατί Γρήκοι και όχι Έλληνες;" Και παρακάτο κατά λέξη: στην απάντηση αυτής της ερώτήσης κρύβονται οι πιο αρχαίες σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Δύσης.

Αυτή η ονομασία Γρήκοι πρέπει να έχει ρίζες στην συνείδηση του ιταλικού πληθυσμού πριν να γίνει γνωστή η ονομασία Έλληνες με την οπο'ια εμφανίστηκαν οι αποικοί του 8. Αιώνα π.Χ. και μετά. Οι βαθύτερες ρίζες της λέξης Γραίκοι στην ιταλική χερσόνησο και ειδικά στο Λάτιο (περιφέρεια της Ρώμης) εξήγουνται καλά με την άποψη που συνδέει την άφιξη της εθνικής ονομασίας στην Ιταλία με την αποδεκτή ηπειρωτκή καταγωγή των Χωνών (έθνος εγκαταστημένο στις ακτές του μεγάλου κόλπου του Τάραντα πριν από την άφιξη των Ελληνών αποικών και την εξαπλώση των αυτοχθόνων ορείνων λαών των Απεννίνων). Οι Χώνες της Συριτίδος θα μπορούσαν

να θεωρηθούν, καθώς φαίνεται από πολλές ένδειξεις, ένα μέρος των Χαονών της Ήπειρου.

Με λίγα λόγια και ο Μαζαράκης και ο Maddoli επικέντρωσαν την ομιλία τους στο συνέδριο της Κέρκυρας στην υπάρξη ένος μεγάλου πρωιστορικού αποικισμού ή πρωαποικισμού που έγινε αρκετούς αιώνες πριν από το ιστορικό αποικισμό της Μεγάλης Ελλάδας αποδεδειγμλενο από ιστορικές πηγές, από τα μνήμια και από αρχαιολογικές έρευνες. Περιμένω τη δημοσιεύση των εργασιών του συνέδριου για να μπορέσω να ελέγξω όσα συμπεράνα από τις εισηγήσεις και από την περίληψη που μοιράστηκε στους συνέδρους.

Οπωσδήποτε αυτά που άκουσα με μεγάλο ενδιαφέρον προσθέτηκαν σε όσα είχα διαβάσει μερικές βδομάδες πριν στον Ηρόδοτο (VII, 170) για το θέμα των Μεσσάπιων.

Η συγκίνηση μου να δω επιβεβαιωμένα από δυο εξοχούς μελετήτες την πεποίθηση μου για την παναρχαία καταγωγή της ονομασίας Γρήκα της γλώσσας και του γένους μας ήταν τέτοια που όταν κλήθηκα να διαβάσω την εισήγηση μου για τη λογοτεχνία της Grecia Salentina (Γραικία Σαλεντίνα), δεν μπορούσα να συγκρατήσω τη χάρα μου και να προσθέσω όσα έχουν γράψει ο Ηρόδοτος, ο Θουκήδιδης και ο Στραβώνας για το Σαλέντο και τους Μεσσάπιους.

Ο περισσότερος χρόνος που μου δόθηκε να μιλήσω για το θέμα μου απορροφήθηκε από αυτή την απροβλεπτή αναφορά μου και δεν μπόρεσα να διαβάσω όλη την ομιλία μου για τη λαϊκή μας ποιήση και τους ποιήτες μας. Ένας Έλληνας καθηγητής που κάθοταν στο τραπέζι της προέδριας μου ζήτησε αντίγραφο της σελίδας του Ηροδότου και με κοίταξε με ύφος εξαιρέτικα εκπλήκτικο.

Μου φαίνεται ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να διαβάσουμε μαζί αυτό το απόσπασμα για να αποκτήσετε σάφη αντίληψη. Γράφει πραγματικά ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστορίας: "Λέγεται ότι ο Μινώας, αναζήτοντας τον Δαίδαλο, έφτασε στην Σικανία, που σήμερα λ'εγεται Σικελία, και εκεί πέθανε από βιαίο θάνατο. Με το χρόνο οι Κρήτες όλοι, έκτος από τους Πολιχνίτες και τους Πραίσιους, παροτρυνομένοι από κάποιο θεό, πήγαν με πολύ στόλο στη Σικανία και πολιορκήσαν για πέντε χρόνια την πόλυ Καμίκον που κατά την εποχή μου την κατήχαν οι Ακραγαντινοί. Στο τέλος αφού δεν μπόρεσαν ούτε να την πάρουν, ούτε να παραμεινούν λόγο πείνας, έλυσαν την πολιορκία και έφυγαν.

Καθώς έπλεαν, έφτασαν κοντά στις ακτές της Ιαπήγιας, όπου ισχύρη κακοκαιρία τους έρριξε στη στερία. Αφού καταστράφηκαν τα πλοίατους, δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Κρήτη, έμειναν εκεί και ίδρυσαν την πόλη Ύριαν και άντι Κρήτες ονομάστηκαν Ιηπύγες Μεσσάπιοι και άντι νησίωτες, ηπειρώτες. Ξεκίνωντας από την Ύρυαν ίδρυσαν και τις άλλες πόλεις. Πολύ αργότερα οι Ταραντίνοι, προσπάθωντας να διωξουν τους κατοικούς αυτών των πόλεων, έπαθαν τόση μεγάλη καταστροφή που υπήρξε η μεγαλύτερη από όσες γνωρίζω εγώ. Εσφάγησαν πολλούς Ταραντίνους και Ρηγίνους. Οι Ρηγίνοι, παρακινουμένοι από τον Μικύθο, ήρθαν να βοηθήσουν τους Ταραντίνους και σκοτώθηκαν τότε τρείς χιλιάδες. Οι Ταραντίνοι ήταν αναρίθμητοι. Αυτή η μεγάλη μάχη έγινε το 473 π.Χ.

Νομίζω ότι πρέπει να σχολιασούμε προσεκτικά αυτά που έγραξε ο Ηρόδοτος. Πολλοί μελετήτες θεωρούν τον Μινώα, τον Δαίδαλο, τον Ίκαρο, την Αριάδνη και όλα τα πρόσωπα, που συνδέονται με το γεγόνος του Μινωταύρου, μυθικά πρόσωπα. Ο Μινώας θεωρείται σαν ένας τίτλος όπως εκείνοςτων Αίγυπτου. Είναι φανερό ότι ο Δαίδαλος και ο Ίκαρος δεν ήταν δυνατό να φυγούν πετώντας, όπως επίσης ο μύθος της Αριάδνης και του Θησέα που έφυγε μαζί της, εγκαταλείφθηκε απ' αυτό στη Νάξο και μετά έγινε νύφη του θεού Βάκχου, μπορεί να θεωρήθει σαν δημιούργησαν της φαντασίας, όχι σαν πραγματικός γέγονος.

Παρ' όλα αυτά οι αρχαιολόγικες έρευνες διαπίστωσαν ότι σε προιστορική εποχή από το 3000 μέχρι το 1400 περίπου π.Χ. άνθισε στην Κρήτη ένας υπερόχος πολιτισμός. Φανερό δείγμα του πολιτισμού αυτού είναι τα πέντε ανάκτορα των οποίων η επιβλητικότητα και η μεγαλοπρέπεια είναι τέτοια που ξέπερνα κάθε φαντασία. Ο ιστορικός καταγομένος απ' την Κρήτη Θεοχάρης Δετοράκης αναφέρει: "Το ανάκτορο της Κνόσσου, το μεγαλύτερο και λαμπρότερο έργο της μινωϊκής αρχιτεκτονικής καλύπτει έκταση 22.000 τ.μ., υψώνεται σε τρείς ή τέσσερεις ορόφους και έχει 1.400 περίπου δωμάτια. Η δαιδαλώδης κατασκευή του δημιούργησε όχι αδικά στους μεταγενέστερους Έλληνες τη μυθική είκονα του κρητικού Λαβυρίνθου. Στη Φαίστο και στα Μάλια τα ανάκτορα είναι μικρότερα και κάλυπτουν έκταση περίπου 9.000 τ.μ., ενώ το ανάκτορο της Ζάκρου είναι λίγο μικρότερο (7/8.000 τ.μ.), όχι όμως λιγότερο λάμπρο. Έχουν όλα το ίδιο δομικό σχήμα: αποτελούν πολυσύνθετο και λαβυρίνθωδες κτιριακό συγκρότημα.

Δεν είναι δυνατό να αναφέρουμε αναλυτικά την περιγραφή του κρητικού ιστοριόγραφου, αλλά τα λίγα δεδομένα που γράφω είναι περισσότερο από αρκετά για να μπορέσουμε να καταλαβουμε ότι ο μινωϊκός πολιτισμός που είναι ο αρχαιότερος της Ευρώπης δεν είναι μύθος, μα υπεροχή πραγματικότητα.

Όσα γράφει ο Ηρόδοτος αξίζουν τη μεγαλύτερη εκτίμηση. Αλλώστε αν τα ομηρικά ποιήματα. Εκτος από λάμπρα έργα της φαντασίας, δεν ανέφεραν και πραγματικά γεγόνοτα, πως θα μπορούσε

ο ερασιτεχνής αρχαιόλογος Γερμανός Heinrich Schliemann εμπορός το επάγγελμα, η ανακάλυψει τα ερείπια της Τρόϊας και να φέρει στο φως τους τάφους των Μυκήνων και τον θησαύρο των Ατρίδων;

Επιστρέφουμε όμως στην αναφορά μας στον Ηρόδοτο. Αυτός λέει ότι ο Μίνωας, φανταστικό η πραγματικό πρόσωπο, πέθανε από βιάοιο θάνατο στη Σικελία. Αλλά πότε πέθανε; Εμείς ξέρουμε μόνο ότι ο μεγάλος μινώϊκος πολιτισμός εξαφανίστηκε εξ αιτίας της τεραστίας καταστροφής του ηφαιστίου που οι γεωλόγοι χρονολογούν περίπου στα 1400 π.Χ.: η τρομερή έκρηξη του ηφαιστίου της Σαντορίνης που σκέπασε όλη την Κρήτη μ' ένα πάχυ στρώμα από στάχτη και πέτρες. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η εκστράτεια του Μινώα στη Σικελία έγινε πριν από γέγονος αυτό, αλλά δεν μπορούμε να καθορισούμε ακριβώς τοσο πριν. Έπειτα, συνεχίζει ο Ηρόδοτος, με το πέρασμα του χρόνου οι Κρητικοί όλοι, έκτος από τους Πολίχνιτες και τους Πραιους, κατοικούς δύο πόλεων της Κρήτης, παροτρυνομένοι από κάποιο θεό, δηλαδή από υπόδειξη μαντείου ή κάτι τέτοιο, πήγαν με μεγάλο στόλο στη Σικελία (Μήπος ο θεός ήταν το ίδιο ηφαίστιο;).

Πότε πήγαν; Αν πήγαν να εκδικηθούν το θάνατο του Μινώα, ασφαλώς όχι πολύ χρόνο μετά, και οπωσδήποτε πριν από την καταστροφή της Σαντορίνης. Αρά θα ήρθαν στην Ιαπήγια πριν από το 1400 π.Χ., δηλαδή σε προιστορική εποχή, πήραν το όνομα Μεσσάπιοι και ίδρυσαν την πόλη Ύρια. Δεν μπορεί να είναι άλλη από τη σημερινή Όρια, η οποία είναι κτισμένη επάνω σε μικρό λόφο, ο μόνος λόφος που υπάρχει στη μεγάλη πεδιάδα που εκτείνεται από το Μπρίντιζι μέχρι τον Τάραντο και στη μοναδική τοποθεσία που μπορεί να κτίστει μία ακρόπολη, δηλαδή μία πόλη δυνατή για τη στρατηγική θέση στο κέντρο μίας απέραντης και ευφορής πεδιάδας.

Ακόμα και η γλωσσολογία μας βοηθά να ταυτισούμε την Ύρια με την Ώρια. Σ' αυτή την αναφορά θα συναντήσουμε πολλές λέξεις που το ύψιλον "Υ" έγινε "ΟΥ", δηλαδή πίρε τον ήχο "Υ" όχι μόνο στις μεταφράσεις από τα αρχαία Ελληνικά στα Λατινικά, αλλά, όχι τυχαία, από τα αρχαία Ελληνικά μέχρι τα δίκα μας κακομεταχειρισμένα Γρίκα. Μα γιατί ονομάστηκαν Μεσσάπιοι; Στην πεδιάδα που απλώνεται τριγυρώ υπάρχουν πόλεις και τοπόθεσεις με ονόματα Μεσάνιε, Μασσάφρα, Μισικώρι ή Μιτσικώρι στις οποίες υπάρχει το ελληνικό επίρρημα "μέσα". Η πεδιάδα της Αττικής, κλεισμένη ανατολικά και δυτικά από λόφους λέγεται Μεσόγειο. Οι Μεσσάπιοι, λοίπον αληθοφανώς, είναι οι Μεσσάπικοι, δηλαδή οι αποίκοι της εσωτερικής περιοχής.

Από όσα γράφει ο Ηρόδοτος μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι Μεσσάπιοι είχαν ισχυρή πολιτική και στρατιωτική οργάνωση, αν και δεν είχαν δημιουργήσει, απ' όσα ξέρουμε, ένα ενωμένο βασίλειο. Οι μελέτητες όμως πιστέυουν ότι ίδρυσαν μία η περισσότερες ομοσπονδίες ανεξάρτητες, αλλά συνδεδεμένες από το πνεύμα της κοίνης καταγωγής, και τόσο δυνατές να νικήσουν μία πόλη όπως τον Τάραντο από τις πιό δυνατές της Μεγάλης Ελλάδας και τη σημμαχική πόλη Ρήγιο.

Για τους Μεσσάπιους σε σύντομη αναφορά του ο Θουκύδιδης γράφει (βιβλίο VI, 33, 3) ότι ο Δημόσθενης και ο Ευρυμεδόντας, αθήναιοι στρατηγοί, το 413 π.Χ. με πολύ στράτο στόλο ταξιδεύαν προςτη Σικελία όπου διεξήγετο ο πολεμός κατά της Συρακούσας.

Ξεκίνωντας από την Κέρκυρα πέρασαν το Ιόνιο, έφτασαν στο Ιαπυγικό ακροτήριο, δηλαδή τα Λεύκα, και από κεί αποβιβάστηκαν στα νησάκια που λέγονται Χοίραδες. Δεν είναι ξεκάθαρο αν

με αυτό το όνομα ο Θουκύδιδης εννόουσε τις βραχονήσιδες που κλείνουν τη θάλασσα δυτικά από την πόλη του Τάραντα που λέγεται σήμερα Μεγάλη Θάλασσα για να τη διακρίνουν από την εσωτερική που λέγεται Μικρή Θάλασσα, ή τα νησάκια που βρίσκονται λίγα μέτρα απέναντι από το σημερινό Porto Cesareo που είναι πιό ευκολοπλήσιαστα και 40 χιλιόμετρα πιό κάτο από το Τάραντο, συμμαχική πόλη της Συρακούσας.

Οι δύο αθήναιοι συναντήθηκαν με τον Άρτα, δυναστή αύτης της περιοχής, με τον οποίο ανανέωσαν μία παλιά φιλία, δηλαδή ενίσχυσαν σχέσεις φιλίας που είχαν αναντυχθεί πολλά χρόνια πριν, αποκτώντας απ' αυτόν 150 ακοντιστές, ιδιαίτερα χρήσιμους για της ναυμαχίες που προβλέπονταν αναποφεύκτες και συνεχίζοντας το ταξίδι έφθασαν στο Μεταπόντιο όπου παρέμειναν για λίγο. Από αυτό το απόσπασμα του Θουκύδιδη δεν σχηματίζουμε την εντύπωση ότι οι δύο αθήναιοι στρατηγοί είχαν διαπραγμάτευσεις με ένα βάρβαρο κυβέρνητη και με τους υπήκοους του, αλλά με σύμμαχο και πάλιο φίλο, ο οποίος σε μία σοβάρη πολεμική επιχείρηση προσφέρει υποδοχή, φιλία και βοηθεία. Αν, όπως θποστηρίζουν πολλοί ιταλοί μελέτητες, οι Μεσσάπιοι ήταν ιταλικό έθνος και κατά συνέπεια βάρβαρος για τους Αθήναιους, δεν θα είχαν συμπερίφερθειτόσο γενναίδωρα, αλλά θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την τεράστια δυναμή τους ενάντιον των Αθήναιων όπως έκαναν δέκαδες χρόνια πριν κατά των Ταραντίνων και των Ρηγίνων.

Ένας άλλος αρχαίος Έλληνας συγγραφέας που ασχολήθηκε με τους Μεσσάπιους είναι ο Στραβώνας. Όπως είναι γνωστό, αυτός έζησε από το 63 π. Χ. μέχρι το 20 μ. Χ., ταξίδεψε πολύ και παρέμεινε μερικά χρόνια στη Ρώμη. Όπως ο Ηρόδοτος είναι ο πατέρας της ιστορίας, έτσι μπορούμε να θεωρούμε τον Στραβώνα πατέρα της γεογραφίας. Γράφοντας για τους Ταραντίνους αναφέρει ότι αυτοί συνηθώς χρησιμοποιούσαν μισθοφορικό στρατό για τις μάχες στη στερια και δεν εδείχναν πάντα ευγνωμοσύνη απέναντι στους ανθρώπους που είχαν πολεμήσει γι αυτούς (βιβλίο 6, κεφ. 10, παρ. 4).

"Πολεμούσαν κατά των Μεσσαπίων γύρω από την Ηρακλέα έχοντας σαν συνέργους και τους βασιλιάδες των Δαυνών και των Πευκετιων". Δαύνοι και Πευκετοι είναι ιταλικά έθνη και δεν είναι παράξενο αν βοηθήσαν σαν μισθοφοροι τους Ταραντινους στον πόλεμον εναντίον των Μεσσαπίων. Κατά παρέκκλιση θα πω ότι το γλωσσικό υπόστρωμα των ιταλικών διαλεκτων ομιλουμένων σήμερα από τους κατοίκους των νόμων Βάριδας και Φόδζας, οι οποίοι ταυτίζονται με τις περιοχές που κατοίκουσαν οι Πευκέτοι και οι Δαύνοι, είναι τόσο διαφορετικό από το υπόστρωμα των ιταλικών διαλεκτων του Σαλέντου, που, ενώ μπορούμε να συζητήσουμε ανετά στη διάλεκτο με τους Καλαβρούς και τους Σικελούς, που έχουν και αυτοί ελληνικό υπόστρωμα, δεν μπορούμε να καταλάβουμε καθόλου τους Βαρικούς και τους Φοδικούς όταν μιλούν στη δική τους διάλεκτο: μας φαίνεται αραβική.

Ο Στραβώνας έχει ακριβή και καθ’ ευθείαν βαθιά γνώση του Σαλέντου. Περγράφοντας την περιοχή κοντά στο Βρίντιζι, αναφέρει ότι: “Η χώρα των Ιαπύγων κατά παράξενο τρόπο είναι έκλεκτη, διότι ενώ στην επιφανεία φαίνεται βραχώδης, όταν διασχίζεται με το άροτρο ευρίσκεται ότι έχει βαθύ χώμα και ενώ δεν έχει αρκετά νερά, εν τούτοις έχει καλήν βοσκήν και αρκετά δέντρα. Όλη αυτή η χώρα εις παλαιοτέρους χρόνους απέκτησε πολύ πυκνον πληθυσμόν και είχε δεκατρείς πόλεις, αλλά τώρα εκτός του Τάραντος και του Βρίνδιζι, οι άλλες, ένεκα των δυστυχημάτων των, κατήντησαν μικρές πόλεις. Σ’ αυτές ανήκει η Σαλεντία, της οποίας οι κατοίκοι λέγουν ότι ήσαν αποίκοι των Κρήτων. Εις την πόλην αυτήν είναι και το ιερόν της Αθένας, που υπήρξε κάποτε πλούσιον, και ο υψηλός βράχος, τον οποίον ονομάζουν ακρωτήριο Ιαπύγιον.

Στη νεοελληνική μετάφραση, που έχω στη διάθεση μου, ένα σχόλιο επιβεβαιώνει ότι η μικρή πόλη που λέγοταν Σαλεντία, θα ήταν τα σημερινά Λευκά (Leuca). Κατά τη γνώμη μου όμως δεν αποκλείται ότι η Σαλεντία μπορούσε να ήταν το σημερινό Castrignano del Capo, του οποίου τα Λευκά μέχρι πριν λίγα χρόνια χρησίμευαν για αραγμα ψαραδων και ήταν ένας μικρός οικισμός. Επίσης ο νάος της Αθήνας έπρεπε να υψώνοταν στο ακρωτήριο όπου σήμερα ευρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας "De Finibus Terrae" είναι περίπου 29 χιλιομετρα, μεταξύ Ότραντο και Βρίνδιζι (400 στάδια, δηλαδή 77 χιλιομετρα). Υποστερίζει ότι οι Ρόδιαι (Rudiae) είναι ελληνική πόλη, πατρίδα του Quinto Ennio και για Μεσσαπία πρέπει να θεωρήσουμε τη σαλεντίνη χερσονησο που παλιά λέγοταν και Καλαβρία και Σαλεντίνα, δηλαδή η περιοχή νότια της γραμμής Τάρας-Βρίντιζι. Αναφέρει το γνωστό απόσπασμα του Ηρόδοτου () την ίδρυση της Υριας από κρητικούς άποικους, αλλά το όνομα της πόλης στο έργο του Στραβωνα είναι Ουρία. Τελευταία αναφέρει ότι λένε ότι Βρυνδίσιον ιδρύθηκε από τους Κρήτες ή από εκείνους που ήρθαν από την Κνώσσο οδηγουμένοι από το Θησέα ή από εκείνους που ήρθαν διά θαλάσσης από τη Σικελία με αρχηγό τον Ιαπύγαν (υποστητίζονται πράγματι και οι δύο αποψίες). Τέλος το όνομα της πόλεως Βρεντεσιού προέρχεται από Βρέντιον που στην γλώσσα των Μεσσαπιων σημαίνει ελάφι και αυτό διότι το λιμάνι του Β. έχει πολλές διακλαδώσεις που το κάνουν να μοιάζει με το κεφάλι του ελαφιού. Ο Στραβώνας επίσης αναφέρει την πόλη Lecce με το αρχαίο όνομα της Λυπιαι. Το ίδιο όνομα εμείς οι Γρήκοι του Σαλέντου μέχρι σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, προφέρουμε Luppμu και όχι Lecce.

Ένα πρόβλημα δύσκολα να λυθεί είναι: ποία γλώσσα μιλούσαν οι Μεσσάπιοι; Αν αυτοί ήρθαν στο Σαλέντο πριν από την καταστροφή της Σαντορίνης (1400-1450 π. Χ.) δεν μπορεί να μιλούσαν ελληνικά, γιατί η γλώσσα των Μεσσαπιων, αν και τα αρχαιολογικά ευρήματα του ε΄ και δ΄ αιώνα π. Χ. που βρέθηκαν σε διαφορές τοποθεσίες του Σαλέντου μαρτυρούν τη χρησιμοποίηση του ελληνικού αλφαβήτου, δεν είναι όμως η αρχαία ελληνική γλώσσα.

Δεν μπορούσαν τάχα να έρθουν στο Σαλέντο μετά το 1400-1450 π. Χ. για να ξεφύγουν από την κυριαρχία των Αχαιών; Τέλος πάντων το ελληνικό αλφάβητο που οι Μεσσαπιοι χρησιμοποιούσαν είναι το ίδιο που είχαν οι Ταραντίνοι τον ε΄ αιώνα π. Χ. Αν οι Μεσσαπιοι είναι οι Κρήτες που ήρθαν στο Σαλέντο πριν η μετά το 1400 π. Χ., γεγονός που δεν μπορούμε ν αποκλείσουμε εκ των προτερών, ποία γλώσσα μιλούσαν;

Τα πρώτα γραφικά σύμβολα που βρέθηκαν στην Κρήτη είναι ιερογλυφικά που εικονίζουν σώματα και κεφάλια ζωων, ανθρώπων, εργαλεία, δίπλους πελεκεις που προέρχονται πριν από το 2000 π. Χ. Ο δίσκος της Φαίστου που βρέθηκε στην Κρήτη γύρω στο 1700 π. Χ. φέρει μια γραφή που ακόμα δεν έχει ερμηνευτεί, έχει καταχωρηθεί σαν Γραμμική Α, και χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 1500 π. Χ. Αυτή συμβίωσε για αιώνες με τα ιερογλυφικά σύμβολα.

Μετά το 1400-1450 π. Χ. εμφανίστηκε στην Κρήτη και σ’ άλλους τόπους της Ελλάδας άλλη γραφή καταχωρημένη σαν Γραμμική Β. Την έφεραν στην Ελλάδα και στην Κρήτη οι Αχαίοι και ερμηνεύτηκε το 1952 από τους ερευνητες John Chadwick και Michael Ventris Η καταστροφή της Σαντορίνης συνέπεσε με την εισβολή των Αχαίων στην Πελοποννησο και στην Κρήτη. Ερχόμενοι σαν κατακτητες, οι Αχαίοι ανάγκασαν τον αυτοχθονα πληθυσμό να καταφύγει στα βουνά και σε μέρη δυσβατα του νησιού όπου διατήρησαν τον πολιτισμό τους για πολλούς αιώνες και πήραν το όνομα Ετεοκρήτες, δηλαδή νησίοι Κρήτες.

Αναφέρει ο Δετοράκης ότι στην Πραισό και στη Δρήρο βρέθηκαν επιγραφές με ελληνικά γράμματα σε μια ακατανοητη γλώσσα, το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει στο Σαλέντο, όπου βρέθηκαν πολλές επιγραφές μεσσαποικές, μέχρι σήμερα ανερμηνευτες, με ελληνικά γράμματα και της ίδιας εποχής των επιγραφών της Πραίσου και της Δρήρου. Μετά από όσα είπα περιληπτικά, δεν είναι λογικό να προτείνουμε στους ειδικούς του κλάδου, σαν ερευνητικό θέμα μια σύγκριση μεταξύ των ερμηνευμένων κείμενων της Γραμμικής Β', επιγραφών ανερμηνεύτων με ελληνικά γράμματα της Κρήτης και των ανερμήνευτων μεσσαπικών επιγραφών γραμμένων και αυτών με ελληνικά γράμματα;

Ένας ανεξάντλητος τομέας που προκαλεί πάντα μεγάλη έκπληξη είναι η σύγκριση της ελληνικής διαλέκτου της Σαλεντίνης Γραικίας (Grecia Salentina) με την Κρητική διάλεκτο. Η μελέτη της συλλογής των κρητικών τραγουδίων και ποιημάτων του Γιάννη Παυλάκη με τίτλο ΡΙΖΙΤΙΚΑ ήταν για μένα μεγάλη έκπληξη. Γνώριζα το έργο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ του Vincenzo Cornaro, την ουρανισκοφωνη προφορά του κάππα, χαρακτηριστική της Κρήτης, Κύπρου και μερικών νησιων της Δωδεκάνησου και από τότε η διαπίστωση της ομοιότητας της δικής μας διαλέκτου με την κρητική ήταν για μένα παντα ένα αίνιγμα του οποίου την λύση δεν μπορούσα να βρω.

Μελετόνατς όμως τους αρχαίους Έλληνες ιστοριογράφους έμεινα καταπληκτος με την απόκτηση της γνώσεως ότι οι Κρήτες είχαν αποικίσει το Σαλέντο, ενα γεγονός παραμελημένο και παραξηγημένο στην Ιταλία. Έτσι, εστω και καπως αργά, μπόρεσα να καλύψω, τουλάχιστον μερικώς, αυτό το κενό.

Παλαιότερα είχα δώσει περισσότερι προσοχή στους αρχαισμούς που υπάρχουν στην ελληνική διάλεκτο μας. Το γέγονος ότι η δική μας διάλεκτος μοιάζει πολύ με τη Νεοελληνική Δημοτική γλώσσα οδήγησε το Giuseppe Morosi να συμπεράνει βιαστικά την καταγωγή μας από το Βυζάντιο. Εμένα με εκπλήσσουν δύο στοιχεία σπουδαία για μία γλώσσα: ο τρόπος εκφράσης της καταφάσης και της αρνήσης, που είναι εντελώς διαφορετικός στην ελληνική διάλεκτο μας. Εμείς το ναι το λέμε "umme", δηλαδή "ουν μεν" ενώ το όχι το λέμε "degghe", δηλαδή "ουδέν γε". Οι δίκες μου γνώσεις περιορίζονται στα αρχαία ελληνικά του λύκειου. Γι' αυτό αφήνω σε σας το θέμα της έρευνας σε ποιά εποχή αναφέρονται αυτά τα στοιχεία.

Ένα άλλο φωνητικό φαινόμενο, χαρακτηριστικό της Ελληνικής Σαλεντινής γλώσσας, είναι η διαχρονικότητα της φωνητικής αξίας των συμφώνικων συμπλεγματώ ντ, γκ και μπ. Αυτά συμφώνουν αντιστοιχά με τα ιταλικά συμπλέγματα nt, nc (ακολουθουμένα από a, o, u) και μπ, δηλαδή δεν προφέρονται βαριά. Εμείς προφέρουμε "saranta, ncarizo, ampeli", ενώ όλοι οι Έλληνες, ακόμα και αυτοί της Καλαβρίας, προφερούν αντιστοιχά: "σαράντα", "γκαρίζω" και "αμπέλι". Η διαχρονικότητα στην ελληνική διάλεκτο του Σαλέντου των αηχών συμφώνων όταν βρίσκονται μετά από ρηνικό είναι φαινόμενο παραξενό δίοτι σχεδόν σε όλη την ιταλική Χερσόνησο, έκτος από την Τοσκάνα, υπάρχει η προφορά των ηχήρων συμπλέγματων. Από την Αγκώνα μέχρι το Μπάρι, από την Σαμπίνα στην Καμπάνια θ’ ακούσετε να λένε quarandacingue, cambagna αντί quarantacinque, campagna. Ο κύριος Ciriaco De Mita, τέως προθυπουργός, καταγομένος από την περιοχή της Καμπανίας, άνθρωπος βεβαίως καλλιεργημένος, ακόμα και αν τον βασάνιζαν θα συνέχιζε ατρομητος να λει indipendendemende αντί indipendentemente, πράγμα που δυσκόλευε τους ξένους διερμηνείς να τον μεταφράσουν. Προφανως στο δικό μας DNA έμεινε η ελληνική προφορά που υπήρχε πριν από την κοινή, δηλαδή πριν από το δ΄ αιώνα π. Χ.

Μόνο στη λέξη pondikň η προφορά του ντ είναι πιο βαριά όπως στα ελληνικά. Στ αρχαία ελληνικά ο ποντικός λέγεται μυς και αυτή η ονομασία είναι σχεδόν ίδια στα λατινικά (mus), στα σερβοκροατικά (mis), στα γερμανικά (Maus), στα αγγλικά (mouse). Δηλαδή φαίνεται καθαρά ότι αυτή η λέξη προέρχεται από το ινδοευρωπαϊκό λεξιλόγιο. Οι έλληνες γράφουν ποντικός αλλά προφέρουν pondikos και εξηγούν την καθιέρωση της λέξεως ποντικός αντί μυς σαν επικράτηση του επιθέτου ποντικός, δηλαδή μυς περιερχόμενος από τον Εύξυνο Πόντο. Μερικοί πιστεύουν ότι το επίθετο "ποντικός" αναφέρεται σ' ένα είδος ποντικών προερχόμενων απ' την Ασία και έφτασαν στην Ελλάδα απ' της Μαύρης Θάλασσας όπου κατοικούσαν Έλληνες, αν όχι ενωρίτερα, τουλάχιστον απ' τους χρόνους του Ομήρου μέχρι σήμερα. Αυτή η μετανάστευση των ποντικών πιθανός να έγινε σε μία εποχή που η προφορά του συμπλέγματος "ντ" είχε μετατράπει σε nd φωνητικά.

Άλλη άποψη είναι ότι η λέξη ποντικός αναφέρεται στα ποντικία που ζουν στα πλοία (πόντος σημαίνει "θάλασσα") για να τον διακρίνουν απ' τον αρουραιο που ζει στα χωράφια. Οποία και αν είναι η εξήγηση εμείς συνεχίζουμε να προφερούμε "πονδικό" και όχι "ποντικό".

Όλα τα ονόματα των δενδρών που στα νέα ελληνικά πέρασαν από την εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής καταλήξη από -αια, -ηα, -ια, σ' εμας παραμενούν με την αρχαία καταλήξη -αια. Εμείς λέμε (please note: emphasis on the "e") alea την ελιά, appidea την αππιδία, cerasea την κεράσια, citonea την κυδώνια, milea την μηλιά, sucea την σύκια, zizivea την τζιτζύφια.

Διαβάζοντας όσα έγραψε για τους ιδρύτες της λατινικής λογοτεχνίας ο Livio Andronico, Έλληνας από τον Τάραντα, και ο Quinto Ennio, Μεσσάπιος από τις Ρούδιαι, ο μεγάλος λατινιστής και ελληνιστής Ettore Paratore, συνάντησα ένα εξελίκτικο φαινόμενο που παρατήρειται και στην δική μας ελληνική διάλεκτο: δηλαδή η μετατροπή του "υ" σε "ου". Ο Livio Andronico, μεταφράζοντας τον τίτλο της Οδύσσεια στα λατινικά, έγραψε Odousěa και ο Quinto Ennio, που έγραψε το έργο Annales (Τα Χρονικά), ποίημα με 30.000 εξάμετρους στίχους και 17 τραγώδιες με ελληνικά θέματα, έδωσε σε μία τραγώδια τον τίτλο Hectoris Loutra, που είναι η λατινική μετάφραση του Έκτωρος Λυτρα. Και εμείς, Γρίκοι του Σαλεντο, λέμε krusafi άντι "χρυσάφι", sucea άντι "συκιά", Ciuriaci άντι Κυριακή, dzumari άντι ζυμάρι, luriadzo άντι "λυριάζω" (δηλαδή γίνομαι λέπτος, αδυνατίζω), spurida άντι "σπυρίδα" (δηλαδή σάκκι από βούρλα που έβαζαν τους σπόρους για τη σπόρα), fsunno άντι "εξυπνώ", esu άντι "εσύ", ghiuridzo άντι "γυρίζω", ghiurčo άντι "γυρεύω", hiunno άντι "χύνω", κτλ.

Ένα άλλο φαινόμενο χαρακτηριστικό της ελληνικής διάλεκτου του Σαλεντο είναι η παραμονή μερικών λεξέων στον αρχαϊκό τύπο. Π.χ. τη λέξη "χέρι" εμείς τη λέμε "χέρα", δηλαδή αιτιατική της "χείρ, χείρος, χέρα", ενώ τον πληθηντικό λέμε "χέρια". Το "πόδι" το λέμε "πόδα", ενώ τον πληθυντικό είναι "πόδια". Το "αλάτι" το λέμε "άλα", από το "άλς, άλος".

Αν εξετάσουμε το ρηματικό σύστημα, πρέπει να παρατηρήσουμε την διαχρονική υπάρξη του απαρέμφατου που στα Νέα Ελληνικά δεν χρησιμοποίηται. Κάνουμε εύρεια χρήση του ουσιαστικοποίημενου απαρέμφατου. Π.χ. to fai (το φάγειν, το φαγητό, το φάι), to ghiurisi, to erti, to pai. Χρησιμοποιούμε πάντα το απαρέμφατο μετά το ρήμα "σώζω", που για μας σημαίνει "μπορώ". "E' sotzo erti" = "Δεν μπορώ να έρθω". Επίσης έχουμε για τον μεσοπαθητικό αόριστο τη φόρμα της αρχαίας ελληνικής. Π.χ. evresi από το "ευρεθην", eskosi από το "εσηκώθην".

Χρειάζεται πολύς χρόνος για την αναλυτική μελέτη της συντάξης της διαλέκτου μας σε σύγκριση με τη νεοελληνική που δεν μπορεί να εξάντληθει σε συνεδριακή εισήγηση. Καταπληκτική είναι η ομοιότητα της κρητική διαλέκτου και της ελληνοσαλεντινής. Στο χώρο της φωνητικής χαρακτηριστική είναι η ουρανισκοφωνή προφορά του κατά με τον ήχο "ι" (και, κε, κη, κει, κοι, κυ) όπως στην Κρήτη.

Αξιοσημείωτο είναι και η γενική του πληθυντικού του άρτρου σε "τως", άντι "των", η χρήση του επίθετου πας, πασα, παν, η κρητική προστακτική "μπέξε", γρίκο mbiefse. Αναφέρω μερικές, από τις πάμπολλες, ομοίες με τις κρητικές λέξεις που χρησιμοποιούμε:

Appidi, vasto, vuja, nkonno

escero - efkero

dzuguari

era - ira (ζιζάνιω)

tero - theros, isame (μέχρι)

kalorgia - kalourghia, kombonno (εξαπατώ)

kuluci (σκυλί)

kutrupi - kurupa (στάμνα)

ciuri - ciris (κύρης)

laftea - lahteo (κλωτσιά)

lifona - lehona

mincio - micio (μικρός)

muttidzo (σιωπώ)

nakaro - nakara (έχω δύναμι)

novo - nogho (νοιώθω)

noima - nevma

fsistra - ksistra (τρίφτης)

ornisa - ornitha (κόττα)

pastanaka (καρότο)

pila (λάσπη)

polemo (δουλεύω)

poro - poros (έξοδος, στόμιο)

prama (πράγμα)

priko - pricis (πικρός)

prika (πικρά)

ravdizo (χτυπώ με ραβδί)

rapi (στάχι)

rizo (ορίζω)

serrakio - sarakos

skarma - skarmi (ίχνη)

murga (φέτσα του κρασίου)

sceronno (αδιάζω)

fikari (θήκη)

fselucerato (χαρούπι)

limasso (πεινώ πολύ)

mito (κλωστί, νίμα)

passiosena, passiamia, passionena (καθένας)

pira tu furnu (μεγάλη ζέστη)

resibela - rizibila (ερισύπελας)

rozo (κονδίλομα)

trafo (τάφρος)

feno (υφαίνω)

felo (οφελώ)

 

 

 

by Prof. Salvatore Sicuro - Martano

 

*****